Απόψεις

Το σχέδιο νόμου για την οργάνωση των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παρά τις καλές προθέσεις δεν αξιοποιεί την εμπειρία, την τεχνογνωσία αλλά και τις κριτικές αξιολογήσεις των ανεξάρτητων επιτροπών εμπειρογνωμόνων.

 

 

Μετά από δύο χρόνια αριστερής διακυβέρνησης, θα περίμενε κανείς να προταθεί ένα νομοσχέδιο για την ψυχική υγεία το οποίο να απαντά στα σημερινά προβλήματα και στις μελλοντικές προκλήσεις. Το σχέδιο νόμου περί «Μεταρρύθμισης της διοικητικής οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας», παρά τις θετικές προθέσεις των συντακτών του, δεν ανταποκρίνεται στην αναβάθμιση του κοινωνικού και πολιτικού κεφαλαίου της μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, ιδιαίτερα σε περίοδο παρατεταμένης οικονομικής και κοινωνικής κρίσης και εν τέλει κρίσης των βασικών αξιών της κοινωνικής αλληλεγγύης. Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου ακυρώνει σε μεγάλο βαθμό την εμπειρία, την τεχνογνωσία αλλά και τις κριτικές αξιολογήσεις των ανεξάρτητων επιτροπών εμπειρογνωμόνων για την ιστορική διαδρομή της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης στη χώρα μας.

Κίνδυνος εκφυλισμού

Προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι το υπουργείο Υγείας επέλεξε τη δημιουργία ενός δύσκαμπτου και μάλλον ανεφάρμοστου συγκεντρωτικού γραφειοκρατικού διοικητικού πλαισίου στο όνομα μιας δήθεν προοδευτικής αποκέντρωσης, χωρίς να αναφέρει ούτε λέξη: α) για την αντιμετώπιση και αποτελεσματική διαχείριση του εθνικού συστημικού σκανδάλου των τεκμηριωμένα αυξανόμενων αναγκαστικών νοσηλειών, των μηχανικών καθηλώσεων· β) της παραβίασης των στοιχειωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ψυχικά ασθενών· γ) της εγκατάλειψης του σχεδίου μετασχηματισμού των ακόμη λειτουργούντων ψυχιατρικών νοσοκομείων παλαιού τύπου· δ) την ακατανόητη μεταφορά πόρων του ΕΣΠΑ στην Πρωτοβάθμια Φροντίδα Υγείας αντί για το συμφωνημένο με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή σχέδιο για την ψυχική υγεία· ε) την πραγματική ενδυνάμωση των ληπτών και των οικογενειών τους· στ) τη μείωση της επαγγελματικής εξουθένωσης των λειτουργών της ψυχικής υγείας· ζ) την αξιολόγηση και την κοινωνική λογοδοσία των υπηρεσιών, την επανεπένδυση της ελπίδας ότι κάτι μπορεί και πρέπει να αλλάξει.

Αποτυχημένο μοντέλο

Οταν ένα σπίτι γκρεμίζεται, δεν ξεκινάς από το χρώμα των κεραμιδιών της σκεπής αλλά από τα θεμέλια.
Εξηγούμαστε: Τα θετικά σημεία του σχεδίου νόμου είναι η αναδιατύπωση των αρχών και στόχων της σύγχρονης κοινοτικής ψυχιατρικής, όπως η συνεργασία με τους λήπτες και τις οικογένειές τους που θα συμμετέχουν πλέον στις τομεακές επιστημονικές επιτροπές, ο καλύτερος συντονισμός μεταξύ των υπηρεσιών, το ατομικό θεραπευτικό πλάνο, τα προγράμματα διά βίου εκπαίδευσης των λειτουργών ψυχικής υγείας, οι κλινικές εποπτείες και η ανάδειξη της καινοτομίας.

Ωστόσο, θα περίμενε κανείς από μια αριστερή κυβέρνηση να προτείνει ένα πραγματικό σχέδιο αποκέντρωσης της συγκεντρωτικής εξουσίας του υπουργείου και των υγειονομικών περιφερειών και όχι μια μάλλον προσχηματική συμμετοχή ανύπαρκτων συλλόγων ληπτών και οικογενειών στην περιφέρεια και την πραγματική εξουσία να καταλήγει με υπουργικές αποφάσεις στους διοικητές των υγειονομικών περιφερειών.

Ενα ριζοσπαστικό νομοσχέδιο που επαγγέλλεται τη διοικητική μεταρρύθμιση συστήνει τις τομεακές και περιφερικές επιτροπές ως νομικά πρόσωπα με συγκεκριμένες αποφασιστικές αρμοδιότητες και δυνατότητες, όπως συγκεκριμένο προϋπολογισμό, ευρεία διοικητική εξουσία και δυνατότητες σχεδιασμού, παρακολούθησης και αξιολόγησης των παρεχόμενων υπηρεσιών στην περιοχή ευθύνης τους. Είναι γνωστό ότι οι προηγούμενες τομεακές επιτροπές ψυχικής υγείας (ΤΟΨΥ και ΤΕΨΥ) απέτυχαν διότι δεν διέθεταν συντονιστές και μέλη με εμπειρία και ιδεολογία ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, οικονομικούς πόρους, γραμματειακή και οργανωτική στήριξη, δυνατότητα κάλυψης των εξόδων μετακίνησης των μελών τους. Το προτεινόμενο σχέδιο νόμου δυστυχώς επαναλαμβάνει το αποτυχημένο, θνησιγενές σχήμα αυτών των επιτροπών, γνωρίζοντας ότι σε πολλούς νομούς της χώρας δεν υπάρχουν ούτε σύλλογοι οικογενειών για την ψυχική υγεία ούτε οργανωμένοι λήπτες με αντίστοιχη εμπειρία και εκπαίδευση ενώ, επιπλέον, δεν υπάρχουν αρκετοί παιδοψυχίατροι και αντίστοιχες υπηρεσίες παιδιών-εφήβων. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι κενές θέσεις των επαγγελματιών ψυχικής υγείας θα καλύπτονται με υπουργικές αποφάσεις σε συνεργασία με τους κομματικά διορισμένους διοικητές των υγειονομικών περιφερειών. Επομένως, η κατ' αρχάς θετική συμμετοχή των ληπτών και οικογενειών μπορεί να λειτουργήσει ως δημοκρατικό άλλοθι για τον πλήρη έλεγχο του συστήματος που σε τοπικό επίπεδο θα παραμείνει υποταγμένο σε κομματικά και συνδικαλιστικά στελέχη.

Προσπάθεια ποδηγέτησης των φορέων

Η διαφαινόμενη πρόθεση δημοκρατικής αποκέντρωσης αποδυναμώνεται από την πρόσφατη παρέμβαση του αναπληρωτή υπουργού Υγείας στη Βουλή, ο οποίος μίλησε για υπαγωγή όλων των μονάδων ψυχικής υγείας στην ΑΕΜΥ (Ανώνυμη Εταιρεία Μονάδων Υγείας) που ιδρύθηκε επί υπουργίας Δ. Αβραμόπουλου. Προκύπτει, λοιπόν, ότι τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή οι επιστημονικές εταιρείες και σωματεία στον χώρο της ψυχικής υγείας τα οποία δεν ελέγχονται άμεσα από το κράτος, θα μπορούσαν να υπαχθούν στην ΑΕΜΥ με εμφανείς πλέον τις δυνατότητες παρέμβασης στη στελέχωσή τους.

Μια ριζοσπαστική αριστερή πολιτική θα μπορούσε να προτείνει την αυτοδιαχείριση των ΝΠΙΔ από τους εργαζομένους τους στο μοντέλο των κοινωνικών επιχειρήσεων (αν και η υπάρχουσα ελληνική εμπειρία είναι πρακτικά ανύπαρκτη) αλλά σε καμία περίπτωση δεν θεωρείται προοδευτική επιλογή η από επάνω προς τα κάτω προσπάθεια ποδηγέτησής τους.

Η εμπειρία των ασυνεχειών της μεταρρύθμισης έχει αποδείξει ότι σχήματα εννεαμελών τομεακών επιτροπών, εκ των οποίων τα 4-6 μέλη να είναι ψυχίατροι χωρίς την ανάλογη εκπαίδευση σε βασικές γνώσεις, εμπειρία και ιδεολογία κοινοτικής ψυχιατρικής, είναι καταδικασμένες να αναπαράγουν ένα γραφειοκρατικό, αναποτελεσματικό μοντέλο.
Αναβάθμιση

Παράλληλα, έχει χαθεί μια ιστορική ευκαιρία εκπόνησης ενός εθνικού μεταρρυθμιστικού σχεδίου, αναβάθμισης της αναθεώρησης του ΨΥΧΑΡΓΩΣ  Γ' Φάση, με τη συμμετοχή σημαντικών διεθνών οργανισμών, όπως είχε προταθεί στην ηγεσία του υπουργείου Υγείας μετά τον σχηματισμό της πρώτης κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ. Θεωρούμε πως η προτεραιότητα θα έπρεπε να δοθεί στην αναδιατύπωση και επικαιροποίηση των αρχών και μεθόδων της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης, τη διατύπωση μιας εθνικής στρατηγικής για την ψυχική υγεία και την εκπόνηση ενός λεπτομερούς εθνικού σχεδίου για την ψυχική υγεία με χρονοδιάγραμμα υλοποίησης, για την αναβάθμιση του συστήματος των υπηρεσιών ψυχικής υγείας της χώρας, με μετρήσιμους στόχους.
 
ΠΗΓΗ: tovima.gr
 
Η ποιότητα του δημοκρατικού πολιτισμού μιας χώρας έχει άμεση συνάφεια με το πώς οι θεσμοί και η κοινωνία αντιμετωπίζουν τα προβλήματα των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των μειονοτήτων και των κοινωνικά ευπαθών ομάδων.
 

Μια από τις σημαντικότερες προκλήσεις για τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη και την Ελλάδα σήμερα είναι η αντιμετώπιση ατόμων με ειδικές ανάγκες (σωματική και ψυχική αναπηρία), όχι απλώς ως παθητικών αποδεκτών φροντίδας ή εγκλεισμού αλλά με ανάδειξη της αυτονομίας, του αυτοπροσδιορισμού του κάθε ατόμου.

Η Σύμβαση των Δικαιωμάτων των Ατόμων με Αναπηρία, του ΟΗΕ, που κυρώθηκε από την Ελλάδα το 2012, έχει χαρακτηριστεί «αλλαγή παραδείγματος»:

1) κινείται στον αντίποδα της υποκατεστημένης λήψης για τα άτομα με ψυχική ή διανοητική αναπηρία, καταγγέλλει τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων που σχετίζονται με βασανιστήρια, απάνθρωπη ή ταπεινωτική συμπεριφορά και ενδυναμώνει την ανάκτηση της δικαιοπρακτικής ικανότητάς τους,

2) ασκώντας κριτική τόσο στο φιλανθρωπικό όσο και στο βιο-ιατρικό μοντέλο που τείνουν να εφαρμόζουν την εκ των άνω προς τα κάτω λογική (οι ειδικοί αποφασίζουν για εσάς χωρίς εσάς), διευρύνει τη δυνατότητα εξατομικευμένου σχεδίου φροντίδας και κοινωνικής ενσωμάτωσης, διαφοροποιώντας ριζικά την προσέγγιση αυτή από την τοποθέτηση των ατόμων σε ιδρυματικό-ασυλικό χρόνιο περιβάλλον.

Το σχέδιο νόμου για τα «Μέτρα θεραπείας ατόμων που απαλλάσσονται από την ποινή λόγω ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής» προτάθηκε μέσα από τη σημαντική πρωτοβουλία του ειδικού γραμματέα του υπουργείου Δικαιοσύνης, Ευτύχη Φυτράκη, έγκριτου νομικού, ο οποίος συγκρότησε νομοπαρασκευαστική επιτροπή (ΦΕΚ Β’ 1914/27-6-2016) για την αλλαγή των άρθρων 38-41 και 69-70 του Ποινικού Κώδικα.

Σε μια χώρα όπως η δική μας, που έχει το θλιβερό αρνητικό ρεκόρ στα ποσοστά των αναγκαστικών νοσηλειών σε ψυχιατρικές υπηρεσίες (όπως έχουμε δείξει σε προηγούμενες έρευνες), είναι μια δημοκρατική κατάκτηση να τίθεται σε επερώτηση η έννοια του «ακαταλόγιστου εγκληματία» και του «επικίνδυνου για τη δημόσια ασφάλεια ψυχικά ασθενή». Η αποδόμηση της έννοιας της επικινδυνότητας στον χώρο της ψυχιατρικής συζητιέται διεξοδικά στο άρθρο της Φ. Τσαλίκογλου.

Ενας μεγάλος Γάλλος ψυχίατρος, ο Henry Ey, έγραφε το 1978: «Μήπως η ψυχική ασθένεια είναι η παθολογία της ελευθερίας;».

Και θα προσθέταμε: «Μήπως ο ψυχικά πάσχων, ο οποίος μάλιστα έχει επιτελέσει αξιόποινη πράξη, δεν είναι πια άνθρωπος, αλλά μέσα από μια διαστροφική συμμαχία της ψυχιατρικής και της δικαστικής εξουσίας, χάνει κάθε έννοια αξιοπρέπειας, αυτονομίας, σεβασμού, ύπαρξής του ως υποκειμένου δικαίου;».

Πολλοί από τους νοσηλευομένους στις ειδικές ψυχιατρικές πτέρυγες του ΨΝΑ, του Δρομοκαϊτείου και του ΨΝΘ, που δεν υπερβαίνουν αυτή την περίοδο τους 155 ασθενείς, αποκαλούνται υποτιμητικά από το ψυχιατρικό σύστημα «οι 69άρηδες», με την έννοια της υπαγωγής τους στη δογματικά εσφαλμένη έννοια του «ακαταλόγιστου εγκληματία» του άρθρου 69 του Ποινικού Κώδικα.

Πολλοί από αυτούς τους ασθενείς, μέχρι σήμερα, δεν είχαν καμία πιθανότητα επανεξέτασης της κλινικής τους κατάστασης και κατά συνέπεια δυνατότητα κοινωνικής επανένταξης. Εμεναν σαν ένα «ενοχλητικό ιδρυματικό ίζημα» στα ψυχιατρικά νοσοκομεία αντί για τα σωφρονιστικά καταστήματα.

Η αντίθεση θεραπείας-κοινωνικού ελέγχου κατά τον Φουκό βρίσκει εδώ τη θριαμβευτική επαλήθευσή της σε σχέση με την προστασία της «δημόσιας ασφάλειας».

Ωστόσο, το «παράδοξο» είναι ότι πολλοί από αυτούς τους ασθενείς δεν έχουν πλέον ενεργή ψυχοπαθολογία και επομένως η φύλαξή τους σε κλειστούς ιδρυματικούς χώρους είναι νομικά, ηθικά και θεραπευτικά παράλογη και άδικη.

Οι τροποποιήσεις των διατάξεων στο σχέδιο νόμου προβλέπουν αλλαγές σε τρία επίπεδα: α) στον Ποινικό Κώδικα, β) στον Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, και γ) στους κανόνες εκτέλεσης των μέτρων ασφαλείας των προηγούμενων άρθρων του Ποινικού Κώδικα.

Ο εισαγγελέας έχει πλέον επιλογές στο να προτείνει εναλλακτικές προτάσεις παρακολούθησης του κατηγορούμενου ψυχικά πάσχοντος, όχι μόνο σε κλειστό ιδρυματικό περιβάλλον, αλλά και στις σύγχρονες εξω-νοσοκομειακές δομές ψυχικής υγείας στο πλαίσιο της ψυχιατρικής μεταρρύθμισης (ψυχιατρικά τμήματα γενικών νοσοκομείων, εξωτερικά ιατρεία ψυχιατρικών νοσοκομείων, κέντρα ψυχικής υγείας, κινητές μονάδες κ.λπ.), τηρώντας τους διεθνώς αναγνωρισμένους κανόνες προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του πρωτοκόλλου φροντίδας και της αξιοπρέπειας του ατόμου.

Κλείνοντας αυτόν τον συνοπτικό σχολιασμό αυτής της δημοκρατικής τροπολογίας, ας μου επιτραπεί η διατύπωση δύο ερωτημάτων:

1) Πώς είναι δυνατόν να εφαρμοστούν οι εναλλακτικές θεραπευτικές προτάσεις του σχεδίου νόμου με τη σημερινή υποβάθμιση της δημόσιας ψυχικής υγείας και του ελλείμματος εθνικού στρατηγικού μηχανισμού για τη συνέχεια της μετέωρης ψυχιατρικής μεταρρύθμισης;

2) Πώς είναι δυνατόν, λαμβάνοντας υπόψη το αρνητικό ρεκόρ των αναγκαστικών νοσηλειών στη χώρα μας, εν μέσω κοινωνικής ανθρωπιστικής κρίσης, να δίνεται η προτεραιότητα στη θεραπεία, φροντίδα και επανένταξη και όχι στην ασφάλεια;

Ενα σύστημα δημόσιας ψυχικής υγείας πρέπει μέσα από θεσμοποιημένους μηχανισμούς λογοδοσίας και αξιολόγησης να μπορεί να είναι σε θέση να παρακολουθεί, να ελέγχει και να επιβάλλει διοικητικές και νομικές κυρώσεις απέναντι σε συστηματικές παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ληπτών.

Είναι αυτονόητο ότι σε ένα σύγχρονο κράτος δικαίου δεν μπορεί να τεθεί το δίλημμα ασφάλεια ή ελευθερία. Ο μοναδικός στόχος οφείλουμε να είναι η διασφάλιση των προϋποθέσεων για ασφάλεια και ελευθερία για τους «μη έχοντες φωνή» ψυχικά πάσχοντες συμπολίτες μας.

 

Συντάκτης: Στέλιος Στυλιανίδης - Ψυχίατρος-ψυχαναλυτής, καθηγητής Κοιν. Ψυχιατρικής Παντείου Πανεπιστημίου

 

Για το ζήτημα των αναγκαστικών νοσηλειών βλ. ενδεικτικά: Στυλιανίδης Σ.: «Σύγχρονα θέματα κοινωνικής και κοινοτικής ψυχιατρικής. Για μια κριτική ανθρωποκεντρική ψυχιατρική», Εκδόσεις Τόπος, Αθήνα 2014.

 

ΠΗΓΗ: efsyn.gr

  Μετά από μια ιστορική καθυστέρηση 30 ετών και μετά από στείρες ατελείωτες δημόσιες διαμάχες και εκκωφαντικές υποκριτικές απουσίες, ψηφίστηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο το σύμφωνο συμβίωσης για τα ομόφυλα ζευγάρια. Η αποδοχή του συμφώνου συμβίωσης σημαίνει ότι ένα ζευγάρι ομόφυλων είναι το ίδιο με ένα ετερόφυλο ζευγάρι; Προφανώς όχι. Ίσως όμως η άρνηση της διαφορετικότητας των φύλων να αποτελεί το κόστος το οποίο πρέπει να πληρώσουμε για την κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση αυτών των νέων νομοθετικών μέτρων. Σε κάθε περίπτωση, το debate στις χώρες που έχουν υιοθετήσει τον νόμο αυτό από το 1989 (Δανία) έχει ήδη μετατοπιστεί στις προηγμένες χώρες από το σύμφωνο συμβίωσης στις προϋποθέσεις υιοθεσίας παιδιών από τα ομόφυλα ζευγάρια. Στη χώρα μας η ουσιαστική πληροφόρηση και η συζήτηση για το θέμα της υιοθεσίας έχει γίνει ανεπαρκώς ακόμη και από ειδικούς, και άρα επικρατεί ένα πολύ μεγάλο γνωστικό κενό για τα υπέρ και τα κατά επιχειρήματα.

Υιοθεσία είναι η δημιουργία ενός δεσμού συγγένειας με ένα παιδί που δεν έχει βιολογικό δεσμό με τους νέους γονείς του. Η πρακτική αυτή  υπάρχει από την αρχαιότητα και γνώρισε πολυάριθμες προσαρμογές στο δίκαιο που πήραν κυρίως 2 μορφές:

 ·   Την πλήρη υιοθεσία, δηλαδή την περίπτωση στην οποία ένα υιοθετημένο παιδί "χάνει" τους βιολογικούς γονείς του, οι οποίοι αποποιούνται τα γονεϊκά τους δικαιώματα προς όφελος των νέων γονέων

·   Την απλή υιοθεσία, δηλαδή την περίπτωση στην οποία δημιουργείται ένας νέος δεσμός συγγένειας χωρίς να καταργείται ο παλαιός (πχ. πατριός που υιοθετεί το παιδί της νέας συζύγου του), άρα νομικά μπορούμε να έχουμε περισσότερους από δύο γονείς, κάτι που αποτελεί αντικείμενο ποικίλλων και αντιθετικών νομικών, βιοηθικών, ψυχικών και συναισθηματικών αντιδράσεων και προκαταλήψεων.

Χωρίς να επεκταθούμε σε αυτό το σημείο λόγω χώρου, υπογραμμίζουμε ότι το παιδί είναι ολοκληρωτικά απόν από το σύνολο του κοινωνικού, νομικού και επιστημονικού διαλόγου: παραμένει ένα "παιδί – αντικείμενο".

Η έρευνα της Prorata για τις θέσεις της κοινής γνώμης επί του ζητήματος ανέδειξε αδύναμες συσχετίσεις των θέσεων στο ζήτημα με την πολιτική ιδεολογία, το φύλο και την εργασιακή κατάσταση και μια ισχυρή συσχέτιση των θέσεων με το μορφωτικό επίπεδο του ερωτώμενου. Συγκεκριμένα, μόνο 7% των αποφοίτων δημοτικού συμφωνούν με το μέτρο της υιοθεσίας, ενώ το 78% διαφωνεί, σε κάποια απόσταση από τους αποφοίτους των ΑΕΙ-ΤΕΙ και τους κατόχους μεταπτυχιακών διπλωμάτων από τους οποίους το 22% συμφωνούν κατά 22,4% και το 63% διαφωνούν.

Σχετικά με τις θέσεις επί του ζητήματος ψηφοφόρων διαφορετικών κομμάτων, επισημαίνονται τα εξής:

1.  Η θετική "προκατάληψη" για τα αριστερά - προοδευτικά κόμματα θα προδιέθετε στο να υπάρχει ένα υψηλό ποσοστό συμφωνίας για την υιοθέτηση του μέτρου. Ωστόσο, μόνο το 19% των δυνητικών ψηφοφόρων του ΣΥΡΙΖΑ συμφωνεί, ενώ το 60% διαφωνεί. Με έκπληξη διαπιστώνεται ότι οι δυνητικοί ψηφοφόροι της Ν.Δ. συμφωνούν σε ποσοστό 15%, ενώ 73% διαφωνεί, δηλαδή είναι κοντά σε αυτούς του ΣΥΡΙΖΑ. Ως πρώτο συμπέρασμα, ανεξαρτήτως πολιτικής ιδεολογίας του νέου δικομματισμού, φαίνεται ότι η αμφίφυλη φύση του ανθρώπου και ιδιαίτερα η σεξουαλική της έκφραση, λανθάνουσα ή έκδηλη, είναι πολύ πιο ισχυρή από δογματικές πολιτικές τοποθετήσεις με προοδευτικό ή συντηρητικό πρόσημο.

2. Ένα δεύτερο ενδιαφέρον συμπέρασμα αφορά τον λεγόμενο "ενδιάμεσο χώρο", δηλαδή των δυνητικών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και του Ποταμιού. Τα ποσοστά συμφωνίας του 24% και 36% αντίστοιχα δείχνουν ότι ο κοινωνικός φιλελευθερισμός ως ιδεολογία του ενδιάμεσου χώρου εμφανίζει  ισχυρότερη ανεκτικότητα απέναντι στην ετερότητα σε σύγκριση με τους άλλους πολιτικούς χώρους.

3. Οι τοποθετήσεις των δυνητικών ψηφοφόρων της ΧΑ προκαλούν τη μεγαλύτερη έκπληξη: το 16% αυτών συμφωνούν με το προτεινόμενο μέτρο και το 68% διαφωνούν. Σε ένα πρώτο επίπεδο μοιάζουν να μην διαφοροποιούνται από τους ψηφοφόρους των άλλων κομμάτων. Αντίστοιχα είναι και τα ποσοστά για τους δυνητικούς ψηφοφόρους του ΚΚΕ (συμφωνία: 18%, διαφωνία: 65%), των οποίων οι θέσεις και σε άλλα θέματα κοινωνικών δικαιωμάτων που συνδέονται με διαφορετικό σεξουαλικό προσανατολισμό, εμφορούνται από έναν "αριστερό συντηρητισμό". Το εύρημα που αφορά στους ψηφοφόρους της ΧΑ παρουσιάζει ιδιαίτερο ψυχαναλυτικό ενδιαφέρον και συνάδει με προηγούμενα ευρήματα μιας ποιοτικής έρευνας (βλ. σημείωση) που είχε διεξαχθεί στο παρελθόν. Η λανθάνουσα ομοφυλοφιλία, η επένδυση στην ανδρική ρώμη, το ιδεώδες της "καθαρότητας" και η εξιδανίκευση των δεσμών μεταξύ των μελών και στελεχών με έντονο ναρκισσιστικό χαρακτήρα, φαίνεται ότι επιτρέπει στο συλλογικό φαντασιακό της οργάνωσης να αποκτά μια αυτάρκη και παντοδύναμη λειτουργία και του πατρικού και του μητρικού ρόλου. Η ένταξη τους σε μια στρατιωτικού τύπου οργάνωση αναδεικνύει τα μέλη της σε μια θέση υπεροχής που επισφραγίζεται από αρχαιοελληνικές αφηγήσεις, μυθικές (σχέση δάσκαλου- μαθητή, αρχηγού - οπαδού, με απόλυτη υποταγή), έτσι ώστε τίποτε το μιαρό και ακάθαρτο να μην έχει θέση στην Προκρούστεια φαντασίωση της φασιστικής ιδεολογίας.

Συμπερασματικά, οι τάσεις που προκύπτουν από την ανάλυση αυτής της ενδιαφέρουσας έρευνας φαίνεται να αναδεικνύουν την ασυνείδητη ομοφυλόφιλη πλευρά του ατόμου,  συμφιλιωμένη με την "κανονική" σεξουαλικότητα και πιο μακρινή από τις κυρίαρχες πολιτικές και κοινωνικές ιδεολογίες. Το ποσοστό των ατόμων που έχουν θετική στάση είναι αντικειμενικά μικρό, αλλά μεγάλο σε σχέση με την απουσία οιασδήποτε δημόσιας συζήτησης και ενημέρωσης εκ μέρους των πολιτικών κομμάτων. Η διερεύνηση του φαινομένου αυτού στην ελληνική κοινωνία, πέραν των επιδημιολογικών ποσοτικών στοιχείων, χρήζει μιας συστηματικής ποιοτικής ερευνητικής προσπάθειας, αφού έχει προηγηθεί μια ευρεία δημόσια ενημέρωση για την πολυπλοκότητα των πτυχών της υιοθεσίας.

Σημείωση: Αναλυτική παρουσίαση της έρευνας μπορείτε να αναζητήσετε στο: Στυλιανίδης, Σ. & Μαμαλούδη, Χ. (2015) Ψυχαναλυτικές Παρατηρήσεις για το νεοναζιστικό φαινόμενο στο πλαίσιο της Κρίσης στην Ελλάδα: Στοιχεία μιας Ποιοτικής Έρευνας, στο: Στυλιανίδης, Σ. (2015) (επιμ.) Ενδυνάμωση και Συνηγορία για μια Δημοκρατία της Ψυχικής Υγείας, Εκδόσεις Τόπος.

 

ΠΗΓΗ: prorata.gr

 Οι συναισθηματικοί και ιδεολογικοί δεσμοί μου με την κουβανική επανάσταση ανάγονται, όπως σε πολλούς της γενιάς μου, στα χρόνια της εφηβείας.

 

Το 1981, όντας ειδικευόμενος ψυχιατρικής στο Παρίσι, αποφάσισα να εκπληρώσω το εφηβικό μου όνειρο ζωής: Να επισκεφθώ το νησί του Τσε και του Κομαντάντε.

Η ιδέα εύκολη, η υλοποίησή της δύσκολη.

Γιατί, παρά τους φιλικούς δεσμούς μου με στελέχη του τότε κραταιού κμμουνιστικού κόμματος Γαλλίας, που διαμεσολάβησαν για να κάνω αίτηση βίζας στην κουβανική πρεσβεία στο Παρίσι, το διάβημα είχε άδοξο τέλος: Τρεις μέρες πριν από την πτήση της Aeroflot μέσω Μόσχας για Αβάνα τα στελέχη της κουβανικής πρεσβείας είχαν την έμπνευση να επαληθεύσουν την πολιτική μου ένταξη και το ΚΚΕ (κομματική οργάνωση Παρισιού) έδωσε μια απάντηση που μου στέρησε τη βίζα για το ταξίδι, αφού ανήκα στους “αναθεωρητές” της κομμουνιστικής ορθοδοξίας της εποχής.

Την Κούβα την επισκέφθηκα τελικά επί Ραούλ Κάστρο, το 2011, προσπαθώντας να καταλάβω, σαν τουρίστας πια, τι είχε απομείνει από την ιδεολογική μαγεία της Επανάστασης.

Οι προηγούμενες επαφές μου στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας με Κουβανούς συναδέλφους μου είχαν ήδη θέσει σε αμφισβήτηση τις ριζοσπαστικές ιδέες μας για την αλλαγή της ασυλικής ψυχιατρικής στο βαθμό που οι Κουβανοί σύντροφοί μας ακολουθούσαν το σοβιετικό μοντέλο οργάνωσης των υπηρεσιών.

Παρακολουθώντας τη δημόσια συζήτηση μετά το θάνατο του Φιντέλ Κάστρο διαπίστωσα για μια ακόμη φορά την πρωτοκαθεδρία των πρωτόγονων ψυχολογικών μηχανισμών, τον οπαδισμό, τη χυδαιότητα και τον φανατισμό,την μισαλλοδοξία, αφήνοντας ελάχιστο χώρο, πολιτικό και ψυχικό, στην κατανόηση της έκβασης της κουβανικής εμπειρίας.

Η γνώμη μου είναι ότι η επιτυχία της κουβανικής επανάστασης, αν υπήρξε επιτυχία, ήταν ήταν πολύ περισσότερο ιδεολογική παρά υλική και κοινωνική.

Εξηγούμαι: Οι Κουβανοί επαναστάτες από το 1958 κατάφεραν να κινητοποιήσουν ένα τεράστιο συλλογικό φαντασιακό κεφάλαιο όχι μόνο στην ριζοσπαστική ευρωπαϊκή Αριστερά αλλά και στους περισσότεορυς λαούς της Λατινικής Αμερικής και του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Ο lider maximo έλεγε για τον εαυτό του “Είμαι η Επονάσταση”… Η αγωνία της συγκάλυψης των αντιφάσεων και των ιδεολογικών ρηγμάτων μέσα στο ίδιο το κομμουνιστικό κόμμα Κούβας ήταν μακριά και επώδυνη. Στο σλόγκαν “σοσιαλισμός ή θάνατος” του καθεστώτος οι αντικαθεστωτικοί απαντούσαν “ποια η διαφορά;”.

Θα ήμουν ο τελευταίος που θα αμφισβητούσα τη συντριπτική καταπίεση που άσκησε το καθεστώς Κάστρο μέσα στη χώρα, όχι μόνο απέναντι στους αντικαθεστωτικούς νοσταλγούς της φασιστικής δικτατορίας του Μπατίστα, αλλά ακόμη και στη δημοκρατική αντιπολίτευση και τις διαφορετικές φωνές μέσα στο ίδιο του το κόμμα. Για παράδειγμα, ο Κομαντάντε Huber Matos, Comandante Della Sierra, φυλακίστηκε για 20 χρόνια σαν “εχθρός της επανάστασης”. Οπως και οι συγγενείς των Κουβανών του Μαϊάμι, ομοφυλόφιλοι, διανοούμενοι, προσωπικότητες της τέχνης και των γραμμάτων.

Ας μου επιτραπούν κάποιες παρατηρήσεις

-Θα πρέπει να συγκρίνουμε την Κούβα με την ποιότητα της δημοκρατίας των άλλων χωρών της Κεντρικής και Λατινικής Αμερικής. Η εναλλαγή φασιστικών καθεστώτων και αλλεπάλληλων σφαγών των δημοκρατών πολιτών (Αϊτή, Ονδούρα, Χιλή, Αγιος Δομήνικος κα) δεν μπορεί να συγκριθεί με τον καθεστωτισμό της κουβανικής επανάστασης.

-Μια χώρα που βρίσκεται σε εμπάργκο από το 1962 και έχει υποστεί άπειρες απόπειρες της CIA μέσα από τους εξόριστους της Φλόριντα δεν μπορεί παρά να ωθηθεί στην αγκαλιά της Σοβιετικής Ενωσης, κάτι που ήταν ριζικά διαφορετικό από τις αρχικές επιλογές των ηγετών της Επανάστασης

-Η απόλυτη φτώχεια του πληθυσμού, η έλλειψη στοιχειωδών μέσων διαβίωσης, έκανε τα φορτία του ζαχαροκάλαμου προς την πρώην ΕΣΣΔ να μετατρέπονται σε πετρέλαιο και τεχνικό εξοπλισμό.
Το επίπεδο αλφαβητισμού και διεθνισμού του μέσου Κουβανού, όπως και το επίπεδο της πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας παρά τις τρομακτικές ελλείψεις, δεν συγκρίνονται με καμία άλλη χώρα της Λατινικής Αμερικής.
Η εξαγωγή Κουβανών γιατρών σε Αγκόλα, Αιθιοπία, Γουατεμάλα, Σαλαβαδόρ, Νικαράγουα έκαναν τους Κουβανύς να αισθάνονται βαθιά υπερήφανοι, γιατί όχι μόνο αντιστέκονταν σε μια αμερικανική εισβολή, αλλά βοηθούσαν και στην εξάπλωση των ιδεών τους μέσα από την πραγματική συμμετοχή σε χώρες που είχαν ανάγκη. Συμμετοχή χωρίς αμοιβή, με όραμα την καλύτερη υγεία των δοκιμαζόμενων λαών.

Μόνο γι αυτό το συναίσθημα υπερηφάνειας του κουβανικού λαού, και πέρα από άγριες εξιδανικεύσεις, αξίζει να σκεφτούμε τη ζωή ενός υποκειμένου που δημιούργησε ιστορία με μεγαλύτερη περισσυλλογή και σεβασμό. 

 

ΠΗΓΗ: tvxs.gr

Ο Ντόναλντ Τραμπ δεν θα μπορούσε να βρεθεί σε κανένα ψυχαναλυτικό ντιβάνι, ούτε να ζητήσει την παραμικρή βοήθεια από επαγγελματία ψυχικής υγείας. Είναι ο τύπος της ναρκισσιστικής προσωπικότητας που έχοντας μια ειδική παθολογία του υπερεγώ του, δηλαδή την ισχνή εσωτερίκευση νόμων και κανόνων ηθικής, επιτίθεται στους αντιπάλους του με φθόνο, οργή και ακραία ένταση.

 

Για την αυταρχική προσωπικότητα του Τραμπ, έτσι όπως την περιέγραφαν η σχολή της Φρανκφούρτης (Τ. Αντόρνο 1950) και η σύγχρονη ψυχανάλυση, οι πρωτόγονες αμυντικές διεργασίες, όπως διχοτόμηση (καλό-κακό), ακατέργαστη εξιδανίκευση του εαυτού («η Αμερική είμαι εγώ και θα την κάνω ξανά μεγάλη»), δεν τον αφήνουν να αρκείται στην ήττα του αντιπάλου. Η κακοήθης επιθετικότητα και καταστροφικότητα αυτής της κουλτούρας του ναρκισσισμού τον οδηγεί στο να διατυπώνει ανερυθρίαστα ότι ο χαμένος (loser) πρέπει να είναι ταπεινωμένος, αποκλεισμένος, αντικείμενο απόρριψης ενώ ο νικητής στον καπιταλιστικό του κόσμο πρέπει να τα παίρνει όλα (winners take all).

Μια προσωπικότητα που λέει χωρίς ίχνος ενοχής απευθυνόμενος στο θρησκευτικό του ακροατήριο ότι τα δύο αγαπημένα του βιβλία είναι πρώτα η Βίβλος και μετά «The art of the deal» τροφοδοτεί μια αυταρχική δεξιόστροφη και χυδαία ιδεολογία λαϊκισμού με ένα ύφος ρητορικής που υπονοεί ότι, όπως αυτός, όλοι που τον ακολουθούν μπορούν να ζήσουν χωρίς στερήσεις, πένθη, επώδυνες καταστάσεις.

Αυτός ο λαϊκισμός της τιμωρίας του «συστήματος», της παρηγοριάς των «θυμάτων» του και της ελπίδας για αποκατάσταση της πληγωμένης ταυτότητας του αμερικανικού έθνους καταφέρνει να διεγείρει το συλλογικό φαντασιακό όλων εκείνων που αισθάνονται αποκλεισμένοι και αδικημένοι από τις ελίτ. Η οδύνη και ο θυμός των περιθωριοποιημένων γίνονται μοχλός ταύτισης με τη σαγήνη και την ευφορία που ασκεί μια διαστροφική προσωπικότητα, με την υπόσχεση ότι «θα είμαι η φωνή σας, ακόμη και αν και οι δύο ξέρουμε, ο λαός και εγώ, μέσα από μια συμφωνία διάψευσης, ότι όλα αυτά που υπόσχομαι δεν μπορούν να πραγματοποιηθούν».

Η συναισθηματική δημοκρατία, ο θρίαμβος του θυμικού και της εκφόρτισης των πολλών απέναντι στην αποξένωση των κυρίαρχων μειοψηφιών, καταφέρνει και αποκωδικοποιεί με άμεσο τρόπο τον θυμό, την απελπισία και την προσδοκία του ψηφοφόρου. Η ήττα του ορθολογισμού είναι τόσο συντριπτική ώστε στο πρόταγμα του Τραμπ «Τι έχετε να χάσετε; Ψηφίστε με» συσκοτίζονται από το συλλογικό φαντασιακό οι δομικές αντιφάσεις του λόγου του: ταξική ψήφος, μισογυνισμός, σεξισμός, προκατάληψη και τιμωρία απέναντι στις μειονότητες, απομονωτισμός μια ανοιχτής αγοράς και εθνικιστική περιχαράκωση ως απάντηση στην παγκοσμιοποίηση.

Απέναντι στην έμπειρη αντίπαλό του Χίλαρι Κλίντον, εκπρόσωπο για τον μέσο Αμερικανό του 1%, ο Τραμπ προβλήθηκε ως ο αυθεντικός εκφραστής της διαμαρτυρίας και του αδιεξόδου του σύγχρονου πολιτισμού, των μύθων, των κοινωνικών και πολιτικών θεσμών των ΗΠΑ. Στην ουσία το υποκείμενο συγχωνεύεται στη μάζα και ο δισεκατομμυριούχος γίνεται ο ψυχικός, όχι μόνο ο πολιτικός, εκπρόσωπος μιας αγέλης η οποία κινείται με βάση τα πιο χαμηλά και σκοτεινά ένστικτα.

Στην ειδική περίπτωση του λαϊκιστή Τραμπ, πέρα από τις αναλογίες με άλλους ηγέτες της ευρωπαϊκής Ακροδεξιάς, η προσωπικότητά του είναι η ίδια η πολιτική του.

Πρόκειται για στρέβλωση της αρχής της πραγματικότητας μέσα από την απλουστευτική συνθηματολογική μεταφορά του «επιχειρείν» στο «κυβερνάν». Με άλλα λόγια, χωρίς την παραμικρή εσωτερίκευση ενοχής, προβάλλει ως συλλογικό ιδεώδες το ατομικό επαγγελματικό και προσωπικό του μοντέλο («είμαι έξυπνος, δεν πληρώνω φόρους, έχω ό,τι θέλω, είμαι νικητής»).

Μετά τη διάψευση της εντύπωσης που δημιουργήθηκε για άνετη νίκη της Χίλαρι Κλίντον δεν έχουμε πλέον την πολυτέλεια του νηφάλιου εφησυχασμού απέναντι στην επικράτηση τέτοιου καταστροφικού λαϊκισμού. Οφείλουμε να ξανασκεφθούμε από την αρχή τρία πράγματα:

- Γιατί οι «ελίτ» ή ο δημοκρατικός προοδευτικός κόσμος της Αμερικής στάθηκε ανίκανος να αφουγκραστεί, να κατανοήσει και να δώσει πειστικές απαντήσεις σε οξυμμένα λαϊκά και κοινωνικά προβλήματα; Μήπως, όπως συμβαίνει και στην Ευρώπη, κάθε αίτημα για στήριξη του λαϊκού δαιμονοποιήθηκε ως λαϊκισμός;

- Η ανάλυση της κουλτούρας της νέας Δεξιάς, που δεν καταστρέφει κάτι αλλά το εμποδίζει να γεννηθεί, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη, πρέπει να γίνει και με όρους ψυχολογικής κατανόησης του συλλογικού φαντασιακού: η κατανάλωση, το μάρκετινγκ, η πολιτική ως διαφημιστικό προϊόν, η επιθυμία για απόδραση και διασκέδαση, η σεξουαλικότητα χωρίς αναστολές, η ελπίδα για μακρά νεότητα, η προσδοκία για ευημερία, η λατρεία του fitness, ο θρίαμβος του ατομικισμού όλα αυτά είναι στοιχεία του «μειλίχιου τέρατος» (Ρ. Σιμόνε, 2008) που διαβρώνει συστηματικά την υποκειμενική ταυτότητα, τον ψυχισμό, διαλύει την ηθική διακήρυξη της Αριστεράς για αλληλεγγύη και ευσπλαχνία.

- Πρέπει να εμπλουτίσουμε τα αναλυτικά μας εργαλεία μέσα από μια διεπιστημονική προσέγγιση σε συνάρθρωση με στοχευμένες πολιτικές και κοινωνικές δράσεις που να απαντούν σε συγκεκριμένα προβλήματα. Οι κοινωνιολόγοι, οι ανθρωπολόγοι, οι ψυχαναλυτές, οι κοινωνικοί ψυχολόγοι ίσως έχουν πολύ μεγαλύτερη χρησιμότητα στα πολιτικά επιτελεία από τους επικοινωνιολόγους και τους δημοσκόπους.
 
Ο κ. Στέλιος Στυλιανίδης είναι καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
 
 
ΠΗΓΗ: tovima.gr

Περισσότερα Άρθρα...

Βρίσκεστε εδώ: Home Απόψεις

Δείτε μας στο YouTube

Ακολουθήστε μας στο Twitter

 

Βρείτε μας στο Facebook